μάχαιρα

μάχαιρα
μάχαιρ-α [μᾰ], ας (later -ης, dat. -, PTeb.16.14 (ii B. C.), Ev.Luc.21.24, etc.), ,
A large knife or dirk, Il.11.844, 18.597, 19.252;

μ. ἥ οἱ πὰρ ξίφεος μέγα κουλεὸν αἰὲν ἄωρτο 3.271

; carving-knife, Pi.O. 1.49, Hdt.2.61, Ar.Eq.489, Pl.R.353a, etc.;

κοπίδες μ. E.Cyc.242

; sacrificial knife, Ar.Pax 948, Pl.Com.91, Michel832.52 (Samos, iv B. C.):—ἡ Δελφικὴ μ. a knife adapted to various purposes, Arist. Pol.1252b2, cf. Hsch. s.v. Δελφικὴ μ.; prov., of greedy persons, because Delphian sacrificers claimed a share for the knife, App.Prov. 1.94.
2 as a weapon, short sword, dagger, Pi.N.4.59, Hdt.6.75, 7.225, Lys.13.87, etc.; an assassin's weapon, Antipho 5.69; used by jugglers, Pl.Euthd.294e (pl.), etc.; later, sabre, opp. the straight sword ([etym.] ξίφος), X.Eq.12.11, cf. HG3.3.7, Cyr.1.2.13, Ev.Matt.26.52, etc.; οἱ ἐπὶ τῆς μ., of a bodyguard, Arr.Epict.1.30.7; but, ἐπὶ μ. τασσόμενοι possessing power of life and death (jus gladii), Cat.Cod. Astr.8(4).173; μ. ἱππική cavalry sabre, IG11(2).161 B99 (Delos, iii B. C.).
3 μ. κουρίδες, shears or scissors, Cratin.37; κεκαρμένος μοιχὸν μιᾶ μ., i.e. with one blade, Ar.Ach.849, cf. Poll.2.32 (where διπλῇ is f.l.), Hsch. s.v. μιᾷ μαχαίρᾳ; μ. κουρικαί Plu.Dio9.
4 metaph.,

διὰ μαχαιρῶν καὶ πυρός Zen.3.19

, cf. Posidipp.1.10
;

μ. τοῦ πνεύματος Ep.Eph.6.17

, cf. LXX Is.49.2.
II name of a precious stone, Arist.Mir.847a5, Ps.-Plu.Fluv.10.5.
III part of the liver, Ruf.Onom.180.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μαχαίρα — μαχαίρᾱ , μάχαιρα large knife fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρᾳ — μαχαίρᾱͅ , μάχαιρα large knife fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαίρα — Μαχαίρᾱ , Μαχαίρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — large knife fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η (ΑM μάχαιρα) 1. όργανο με λαβή… …   Dictionary of Greek

  • μάχαιρα — η 1. το μεγάλο μαχαίρι. 2. φρ., «Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα θα λάβεις», αυτοί που βλάπτουν τους άλλους τιμωρηθούν με τον ίδιο τρόπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχαίρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η μεγάλο μαχαίρι. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Μαχαιρᾶ — Μαχαιρεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαιρά, μονή — Ανδρικό μοναστήρι της Κύπρου, το οποίο εξαρτάται από την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου. Ιδρύθηκε από τους μοναχούς Ιγνάτιο και Προκόπιο το 1172 και σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του νησιού. Η μ.Μ. ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τους… …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρας — μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem acc pl μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρ' — μάχαιρα , μάχαιρα large knife fem nom/voc sg μάχαιραι , μάχαιρα large knife fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”